Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Ιστορίες γύρω απ το καζάνι Σύζυγος εξ ήμισείας

Σύζυγος εξ ήμισείας

Η περίοδος  για τις άδειες απόσταξης στην περιοχή μας, ξεκινούσε γύρω στα τέλη Σεπτέμβρη και τελείωνε τέλος Νοέμβρη ή με την παράταση που είχε γίνει καθεστώς αρχές Δεκέμβρη. Στο διάστημα αυτό, στο Χημείο, που κατά βάση ήταν μια  απόμακρη για τον πολύ κόσμο Υπηρεσία, γινόταν πανηγύρι. Ήταν και για μας μια γιορτή, που μας φόρτωνε βέβαια με πολύ πρόσθετη δουλειά, αλλά και μας απομάκρυνε από το εργαστήριο, μας έφερνε σ’επαφή με τον κόσμο. Κι ένα κόσμο άγνωστο και απρόβλεπτο. Άνθρωποι τραχείς σε εμφάνιση από τη σκληρή δουλειά της γής, αλλά ψυχές καθαρές και αγνές σαν μικρού παιδιού. Οι περισσότεροι μεγάλοι σε ηλικία. 

    

Εκεί περιμένοντας, να έρθει η σειρά τους για την άδεια, συναντιόντουσαν και αναγνωρίζονταν άνθρωποι από διαφορετικά χωριά και πιάναν την κουβέντα. Εμείς ακούγαμε... και απολαμβάναμε ιστορίες. Ιστορίες καθημερινές για τις δουλειές, τα παιδιά, τα εγγόνια, την πολιτική όλα όμως ιδωμένα με μια άλλη οπτική, την οπτική της μεγαλοθυμίας, του σαρκασμού. Ίσως σε αυτό βοηθούσε και πως οι περισσότεροι καζανιέρηδες ήταν με μειωμένα αντανακλαστικά είτε από τα συνεχόμενα ξενύχτια στο καζάνι, είτε από το συνδυασμό ξενύχτια και τσίπουρο. Μόνο από τις αναθυμιάσεις μεθάς. Μιας τέτοιας ξεχωριστής συνάντησης γίναμε μάρτυρες και σας την μεταφέρουμε.

Πρώτος είχε έρθει ο μπαρμπα Μήτσος, από την Βέροια. Ένα γλυκύτατο γεροντάκι που το σώμα του είχε μαζέψει με το χρόνο, αλλά τα μάτια του έμεναν γεμάτα νιάτα και χαμογελούσαν συνέχεια. Η φωνή του είχε λεπτύνει και ακουγόταν σαν κοριτσάκι. Μας χαιρέτησε και κάθησε να περιμένει τη σειρά του. Από πίσω του μπήκε ο κυρ- Γιώργος από το Μακροχώρι, γέρος κι αυτός, άνθρωπος αψύς και βλοσηρός στην εμφάνιση, παλιός χωροφύλακας. Μας χαιρέτησε και κάθησε κιαυτός.
Ο μπαρμπα Μήτσος άνθρωπος μαλακός κι αθώος δεν άνοιγε κουβέντα πρώτος, ο κυρ- Γιώργος το αντίθετο. Σχολίασε τον καιρό, την πολιτική, μίλησε για άλλους καζανιέρηδες που νοθεύουν και κάποια στιγμή κόλλησε το βλέμμα του στον μπαρμπα Μήτσο. Τον κοίταξε επίμονα και διερευνητικά που ανάγκασε τον άνθρωπο να κατεβάσει το κεφάλι χαμηλά κιεμάς να σταματήσουμε το γράψιμο και να παρακολουθήσουμε μ’ενδιαφέρον. Τι να συνέβαινε άραγε. Κάποια στιγμή ρώτησε.
- Ο Μήτσος είσαι;
Ο μπαρμπα Μήτσος σήκωσε το κεφάλι ανήσυχος. Ήταν φανερό ότι κάτι δεν άρεσε στο ύφος του απέναντι.  
- Ναι απάντησε, με συστολή.
- Δεν με γνώρισες, μωρέ; ρώτησε ο κυρ- Γιώργος με μια υποψία χαμόγελου.
Ο μπαρμπα Μήτσος μαλάκωσε, ξεθάρρεψε, τον κοίταξε με προσοχή και ρώτησε διστακτικά.
- Ο Γιώργος είσαι;
- Εμ ποιός... Γέρασες μωρέ Μήτσο...και δεν βλέπεις καλά, ειρωνεύτηκε ο κυρ- Γιώργος. 
- Ναι μωρέ... δεν βλέπω καλά, σε πέρασα για παληκάρι... γύρισε το πείραγμα ο μπάρμπα Μήτσος.
Είχαν να ιδωθούν πάρα πολλά χρόνια... Κι αρχίσαν τη κουβέντα που συνήθως είναι ερωτήσεις για  να ξανασυνδεθούν. Κι έφτασε η κρίσιμη στιγμή.
- Η γυναίκα; ρώτησε ο κυρ- Γιώργης.
Ο μπαρμπα Μήτσος κουνάει το κεφάλι.
- Ποιά γυναίκα... πέθανε. Η δικιά σου;
- Πάει κι η δικιά μου... Μονάχος είμαι...
- Κι εγώ... Τα παιδιά, μένουν αλλού.
- Και τα δικά μου.
- Δύσκολα ε;
- Εμ... δύσκολα...
- Έρχεται η νύφη, φέρνει πότε πότε φαγητό, με καθαρίζει.
- Κι εμένα... η κόρη.
- Μοναξιά...
- Έχω μερικές κότες... είχα και μια κατσίκα αλλά πολλή φασαρία, την έδωσα.
- Εγώ τίποτε... στο καζάνι μαζεύονται κάτι γάτες και τις ταϊζω.
- Αρε τωρα καλά  είναι, με το καζάνι περνάει η ώρα...
- Τον χειμώνα είναι δύσκολα.
Και τότε ακούστηκε η φοβερή ατάκα από τον κυρ- Γιώργη.
- Ρε Μήτσο...
- Ναι.
- Ξες τι σκέφτηκα;
- Τι ρε Γιώργο;
- Να ξαναπαντρευτούμε;
- Τι λες ρε Γιώργο; Τρελλάθηκες ντιπ.
- Γιατί μωρέ. Θα πάρουμε μια γυναίκα, αλλά θα την έχουμε από μισή, μισακιά... Ολόκληρη τι να την κάνουμε δεν μπορούμε.
- Ε άμα είναι μισακιά να την πάρουμε, συμφώνησε ο μπαρμπα Μήτσος.
Κάγκελο εμείς...

Βρίσκεστε εδώ: Home Ιστορίες γύρω απ το καζάνι Σύζυγος εξ ήμισείας